Αθηνιός

Αθηνιός
Αθηνιός, ο και Αθηνιώτης, ο θηλ. -ισσα
μεσν., λαϊκός τύπος του Αθηναίος, -αία (απ' αυτό το «Παναγιά Αθηνιώτισσα» ονομασία του Παρθενώνα που είχε μετατραπεί σε ναό της Παναγίας).

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • Όρμος Αθηνιός — Οικισμός (υψόμ. 8 μ.) της Θήρας του νομού Κυκλάδων …   Dictionary of Greek

  • Verwaltungsgliederung der Gemeinde Thira — Gemeinde Thira Δήμος Θήρας …   Deutsch Wikipedia

  • Αθηναίος — I Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Γιος του Αττάλου Α’ και αδελφός του βασιλιά Ευμένη της Περγάμου. 2. Στρατηγός του Αντιγόνου, που κατατρόπωσε τους Ναβαταίους Άραβες το 312. 3. Μαθηματικός, σύγχρονος του Αρχιμήδη. Έζησε το 200 π.Χ. και του αποδίδουν …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”