- Αθηνιός
- Αθηνιός, ο και Αθηνιώτης, ο θηλ. -ισσαμεσν., λαϊκός τύπος του Αθηναίος, -αία (απ' αυτό το «Παναγιά Αθηνιώτισσα» ονομασία του Παρθενώνα που είχε μετατραπεί σε ναό της Παναγίας).
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.